Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Η Κύπρος μεταξύ Βυζαντίου και Αράβων


Εισαγωγή

Η Κύπρος ως κομμάτι της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας



Η Κύπρος από τις απαρχές της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποτελούσε μια ξεχωριστή επαρχία (provincia) που ανήκε στη Διοίκηση της Ανατολής (με έδρα την Αντιόχεια)  που με τη σειρά της υπαγόταν στην Επαρχότητα της Ανατολής (praefectura praetorio per orientem) και διοικείτο από έναν έπαρχο πραιτωρίων (Praefectus praetorio) . Από νωρίς το νησί ενεπλάκη στις διαμάχες για την εξουσία στο εσωτερικό του κράτους καθώς ο Λικίνιος υποχρέωσε τους κατοίκους του να τον ενισχύσουν στην πολεμική του προσπάθεια κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου (323-324 μ.Χ) εφόσον διοικητικά άνηκε στη σφαίρα επιρροής του . Η ήττα του Λικινίου τελικά έθεσε το νησί και όλο το κράτος κάτω από τον έλεγχο του μονοκράτορα πλέον Κωνσταντίνου[1] .
Μια από τις πρώτες κινήσεις του νέου αυτοκράτορα ήταν να θωρακίσει το νησί αμυντικά ώστε να αντιμετωπισθούν οι διαρκείς πειρατικές επιδρομές εναντίον του ήταν να στείλει ένα διοικητή της απολύτου εμπιστοσύνης του ώστε να αναλάβει την εξουσία εκεί . Ο άνθρωπος όμως αυτός που ονομαζόταν Καλόκαιρος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ηγεμόνα του και όχι μόνο αυτό , αλλά λίγο καιρό μετά μάλιστα θέλησε να οικειοποιηθεί την εξουσία και ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο ηγεμόνα της Κύπρου . Το στασιαστικό αυτό κίνημα όμως δεν ευδοκίμησε καθώς σύντομα κατεστάλη και ο πρωταίτιος του συνελήφθη και θανατώθηκε στην πυρά στην Ταρσό της Κιλικίας [2].




Τούτῳ τῷ ἔτει Δαλμάτιος καῖσαρ ἀνηγορεύθη. Καλόκαιρος
δὲ ἐν Κύπρῳ τῇ νήσῳ τυραννήσας οὐκ ἀντέσχε τῇ Ῥωμαίων προς-
βολῇ· καὶ ἡττηθεὶς ἅμα τοῖς αἰτίοις ἀνῃρέθη ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας
καυθεὶς ζῶν ὑπὸ Δαλματίου καίσαρος. (Θεοφάνης 29.28-31)


Έτσι το νησί επανέκαμψε κάτω από την εξουσία της Κωνσταντινούπολης . Παράλληλα με τις αναταραχές αυτές η Κύπρος επλήγη και από τη μανία της φύσης αφού ισχυροί σεισμοί προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές  στα κύρια αστικά κέντρα του νησιού , ανάμεσα στα οποία βρισκόταν η πρωτεύουσα , Σαλαμίνα . Ο διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου , Κωνστάντιος μερίμνησε ώστε να ανοικοδομηθεί η πόλη η οποία για να τον τιμήσει μετονομάστηκε σε Κωνσταντία .

Τῷ δ' αὐτῷ ἔτει, σεισμοῦ λαβροτάτου γενομένου ἐν Κύπρῳ,
Σαλαμίνα πόλις κατέπεσε καὶ ἱκανὴν πληθὺν διέφθειρεν. (Θεοφάνης – 29.24-25)


Μετά τους σεισμούς ακολούθησε ένας φοβερός λιμός στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ που εξόντωσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κύπρου ενώ επιδρομές Ισαύρων συμπλήρωσαν τα δεινά των κατοίκων .
Κατά τον 5ο αιώνα δεν υπάρχει κάποιο συγκλονιστικό γεγονός που να αφορά την Κύπρο εκτός από κάποια ζητήματα εκκλησιαστικής πολιτικής στα χρόνια του αυτοκράτορα Ζήνωνα (476-491 μ.Χ) οπότε και η Εκκλησία  της Κύπρου αποτέλεσε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή .
Από τον 6ο αιώνα και με την άνοδο στην εξουσία του Ιουστινιανού Α’  (527-565 μ.Χ) έχουμε αλλαγές διοικητικές σύμφωνα με τις οποίες η Κύπρος υπήχθη σε μια μάλλον αξιοπερίεργη στρατιωτική διοίκηση , την quaestura iustiniana exercitus[3] μαζί με τις βόρειες επαρχίες του κράτους και τα νησιά του Αιγαίου . Η επικρατέστερη άποψη για τη χρησιμότητα της σύστασης μιας τέτοιας πολιτικοστρατιωτικής διοίκησης υποστηρίζει πως έγινε για να στηριχθούν οικονομικά οι στενάζουσες επαρχίες του βορρά που αντιμετώπιζαν τις συνεχείς βαρβαρικές επιδρομές από τις ευρισκόμενες σε ευημερία και σχετική ασφάλεια περιοχές του νότου όπως θεωρούντο η Κύπρος και τα νησιά του Αιγαίου [4].
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Ηρακλείου στο θρόνο η Κύπρος αποτελεί καταφύγιο για πρόσφυγες από την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο που ήθελαν να ξεφύγουν από τη δίνη του πολέμου που ήταν σε πλήρη εξέλιξη ανάμεσα στο Βυζάντιο και την Περσική Αυτοκρατορία (δεύτερη δεκαετία του 7ου αιώνα μ.Χ) . Το τέλος της εξουσίας του Ηρακλείου συμπίπτει με την άνοδο του Ισλάμ και την επέκταση των Αράβων σε βάρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που επέφερε και τις πρώτες επιδρομές κατά της Κύπρου . Έτσι ξεκινά μια νέα περίοδος για το νησί που θα κρατούσε σχεδόν τρεις αιώνες …


































Κεφάλαιο Πρώτο


Οι πρώτες αραβικές επιδρομές κατά της Κύπρου (7ος αιώνας μ.Χ)


Η αραβική επέκταση κατά τα πρώτα χρόνια έπειτα από την επικράτηση του Ισλάμ ως θρησκεία των Αράβων (622 μ.Χ)  ήταν ραγδαία . Η κομβικής σημασίας μάχη στο Γιαρμούκ ποταμό το 636 μ.Χ έκρινε τη μοίρα της Συρίας αφού έπειτα από αυτήν η βυζαντινή άμυνα  στην περιοχή κατέρρευσε . Τα Ιεροσόλυμα ακολούθησαν δύο μόλις χρόνια αργότερα , το 638 μ.Χ . Παρά την πείσμωνα κατά τόπους αντίσταση των Βυζαντινών η κατάκτηση της Αιγύπτου είχε ολοκληρωθεί το 640/1 μ.Χ .
Έτσι οι Άραβες είχαν σε πρώτο βαθμό το ζωτικό χώρο που χρειάζονταν ώστε να μπορούν να κινητοποιούν μεγαλύτερους στρατούς , να έχουν μεγαλύτερη φορολογική βάση ώστε να χρηματοδοτούν τις εκστρατείες τους και καταφανέστατα η επιρροή τους στην ανατολική Μεσόγειο αυξήθηκε κατακόρυφα [5].
Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία ενός ισχυρού στόλου ώστε να μπορέσουν οι Άραβες αν απειλήσουν περιοχές που μέχρι τότε ήταν εκτός των δυνατοτήτων τους (για παράδειγμα νησιά του Αιγαίου , Κρήτη , Κύπρος ) για αντικειμενικούς λόγους . Έτσι χρησιμοποίησαν τις γνώσεις των λαών που κατοικούσαν στα παράλια της ανατολικής Μεσογείου ( Φοινίκη  ας πούμε ) που μέχρι τότε στελέχωναν ως ένα βαθμό και το ναυτικό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και είχαν πλούσια ναυπηγική παράδοση .
Ο πλέον κοντινός και κατά συνέπεια προσιτός στόχος των Αράβων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου ήταν το νησί της Κύπρου . Σχετικά με την πρώτη καταγεγραμμένη επιδρομή των Αράβων κατά της Κύπρου ανακύπτει ένα ζήτημα χρονολόγησης καθώς εικάζεται πως έγινε κατά την περίοδο που αρχηγός των Αράβων ήταν ο Αμπού Μπακρ[6] (632-634 μ.Χ) αλλά δεν επιβεβαιώνεται από κάπου αλλού , ούτε όμως και από την ιστορική σειρά των γεγονότων .  Και αυτό διότι ακόμη δεν είχε συντελεστεί η κατάκτηση της Συρίας από τους Άραβες και κατά συνέπεια ούτε η πρόσβαση τους στα παράλια της ανατολικής Μεσογείου ήταν εξασφαλισμένα σταθερή ώστε να μπορούν να έχουν ισχυρό στόλο και παράλληλα να έχουν και τη δυνατότητα να εξαπολύουν επιδρομές εφόσον ακόμη δεν έχει καταλυθεί η βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή[7] .
Θα έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες για να έχουμε μια σίγουρα εκτελεσθείσα επιδρομή των Αράβων κατά της Κύπρου . Αυτό συνέβη στα χρόνια του Κώνσταντα Β’ (641-668 μ.Χ) που διαδέχθηκε τον Ηράκλειο ενώ αρχηγός των Αράβων ήταν ο Μωαβίας , ο μετέπειτα χαλίφης , που ακόμη εκείνη την εποχή διοικούσε κάποια περιοχή της Συρίας .  Εικάζεται πως ο αραβικός στόλος αριθμούσε περί τα 1700 πλοία ,  μια τεράστια δύναμη  κρούσης που ίσως να είναι και υπερβολικό σαν εκτίμηση , αλλά το αποτέλεσμα πέρα από κάθε αμφισβήτηση ήταν η λεηλασία ολόκληρου του νησιού  , δίχως όμως να αποτολμήσουν μια μόνιμη εγκατάσταση σε αυτό . Η πρωτεύουσα Κωνσταντία δεν γλίτωσε από την καταστροφική μανία των επιδρομέων ενώ έστω και αργά η παρουσία του βυζαντινού στόλου ανάγκασε τους Άραβες να αποσυρθούν στα ορμητήρια τους [8].
Κατά προσέγγιση η επίθεση αυτή κατά της Κύπρου χρονολογείται στα 648/89 μ.Χ. Γενικότερα η εξάρθρωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Παλαιστίνη βοήθησε τους Άραβες να εξαπολύουν κατά βούληση επιθέσεις κατά της Κύπρου και τα επόμενα χρόνια μετά το 648 μ.Χ που όμως δεν καταγράφονται σε βυζαντινά χρονικά (πηγές) παρά μόνο είτε σε Βίους Κυπρίων Αγίων ή σε αραβικές πηγές .
Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Κωνσταντίνου Δ’ Πωγωνάτου οι Άραβες και οι Βυζαντινοί προχώρησαν στη σύναψη συνθηκών ειρήνης που ανανεώνονταν όποτε σημειωνόταν αλλαγή ηγεσίας σε κάποιο από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
Ουσιαστικά κάτι που να αφορά την Κύπρο δεν έχουμε , μέχρι που στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ανεβαίνει ο Ιουστινιανός Β’  (685-695 και 705-711 μ.Χ) που ανανεώνει μεν τις συνθήκες και τους όρους που ίσχυαν και πριν , δηλαδή την καταβολή κατ’ έτος 365 χιλιάδων χρυσών νομισμάτων ,  365 αλόγων και 365 δούλων , αλλά νιώθει την ανάγκη να ρυθμίσει και κάποια οικονομικά ζητήματα που αφορούσαν τις παραμεθόριες περιοχές ανάμεσα στα δύο κράτη , δηλαδή της Αρμενίας , της Ιβηρίας και της Κύπρου .

καὶ Ἀβιμέλεχ ἐκράτησε τοῦ ἔθνους. τῶν δὲ Μαρδαϊτῶν ἐπιτιθεμέ-
νων τοῖς μέρεσι τοῦ Λιβάνου, καὶ τοῦ λοιμοῦ ἐπικρατοῦντος, ὁ
αὐτὸς Ἀβιμέλεχ τὴν ἐπὶ Μαυΐου ζητηθεῖσαν εἰρήνην αἰτεῖται ἀπο-
στείλας πρέσβεις πρὸς τὸν βασιλέα, τὰς αὐτὰς τξεʹ χιλιάδας τοῦ
χρυσοῦ νομισμάτων συνθέμενος τελεῖν, καὶ τοὺς τξεʹ δούλους, καὶ
ὁμοίως εὐγενεῖς ἵππους τξεʹ. (Θεοφάνης , 361.8-14)

Συμφωνήθηκε λοιπόν να διαμοιράζονται εξίσου τα εισοδήματα και οι φόροι αυτών των περιοχών ανάμεσα σε Άραβες και Βυζαντινούς , κάτι που οδηγούσε σε μια de facto συγκυριαρχία των δύο δυνάμεων στις προαναφερθείσες περιοχές . Έτσι η Κύπρος επί τω προκειμένω θα έπρεπε να είναι μια ουδέτερη ζώνη για τις δύο πλευρές σε κάθε ενδεχόμενο . Φυσικά ο μόνος που δεν ρωτήθηκε ήταν ο λαός της Κύπρου που θα ήταν και αυτός που θα υφίστατο τα δεινά που επέσυρε αυτή η «συγκυριαρχία» στο μέλλον .
Δεινά που δεν άργησαν να έρθουν όμως . Μέσα κιόλας στο διάστημα εξουσίας του Ιουστινιανού Β’  και πιο συγκεκριμένα το 691 μ.Χ , ο βυζαντινός αυτοκράτορας αποφάσισε να σπάσει τη συνθήκη ειρήνης που είχε ο ίδιος ανανεώσει το 686 μ.Χ και ανάγκασε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Κύπρου να εγκαταλείψει τις εστίες του και να μετοικίσει στη Μικρά Ασία .
Το γιατί το έκανε αυτό , ίσως εξηγείται από την πρόθεση του χαλίφη Αβιμελέχ να πάψει να πληρώνει το ποσό που προέβλεπαν οι συνθήκες σε βυζαντινό νόμισμα και να το πράττει με νόμισμα που θα έκοβε ο ίδιος .  Έτσι ο αυτοκράτορας θέλησε με την μετοίκιση των κατοίκων της Κύπρου να προκαλέσει ένα οικονομικό πλήγμα στο χαλίφη αφού θα έχανε τα έσοδα που του απέφεραν οι Κύπριοι . Οι συνέπειες όμως της μετοικεσίας αυτής ήταν ολέθριες για τους Κύπριους αφού πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες και τις αρρώστιες . Παράλληλα ερήμωσε και το νησί αφού οι κάτοικοι του διασκορπίστηκαν[9] .
Ο κύριος όγκος των Κυπρίων εγκαταστάθηκε συγκροτημένα στην περιοχή της Κυζίκου κοντά στα στενά του Ελλησπόντου . Μαζί με τον απλό λαό και ο κλήρος της νήσου με τους επισκόπους και τον αρχιεπίσκοπο , του οποίου οι εξουσίες επανακατοχυρώθηκαν με την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο . Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονταν ένα νέο κέντρο και έτσι ο αυτοκράτορας ίδρυσε μια νέα πόλη κοντά στη Κύζικο που ονομάστηκε προς τιμήν του Ιουστινιανούπολη . Η μείωση του πληθυσμού έβλαψε σημαντικά την πρόοδο του νησιού και ανέκοψε την ευημερούσα πορεία του . Εκτός από την Κύζικο πολλοί Κύπριοι διέμεναν σε κοντινές περιοχές  όπως η Παλαιστίνη και το θέμα των Κιβυρραιωτών . Πάντως αυτή η εξορία των Κυπρίων κράτησε 7 χρόνια οπότε έπειτα από εντολή του νέου αυτοκράτορα Τιβερίου Β’ επαναπατρίστηκαν[10] .
Εκτίμηση του Τιβερίου ήταν πως έπρεπε να ενισχυθεί με πιστό στο θρόνο στοιχείο μια μεθοριακή περιοχή όπως η Κύπρος , αφού το νησί κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στους προελαύνοντες Άραβες που την εποχή εκείνη εξαπλώνονταν με ραγδαίους ρυθμούς στην Βόρεια Αφρική .
Έτσι προχώρησε στην μεταφορά των Κυπρίων πίσω στο νησί τους , ενώ και οι Άραβες έκαναν το ίδιο με τους Κυπρίους που είχαν πάρει και αυτοί ως μετοίκους σε δικά τους εδάφη όπως στη Συρία για παράδειγμα [11].























Κεφάλαιο Δεύτερο


Οι αραβικές επιδρομές και η κατάσταση στην Κύπρο τον 8ο και 9ο αιώνα μ.Χ





Μετά τα όσα δεινά υπέστησαν οι Κύπριοι στα τέλη του 7ου αιώνα προφανώς θα ήλπιζαν πως θα είχαν το δικαίωμα να ζήσουν και κάποια περίοδο δίχως ταραχές και καταστροφές .
Και πράγματι αυτό συνέβη μέχρι και τα μέσα του 8ου αιώνα σχεδόν . Η άνοδος της δυναστείας των Ισαύρων στην εξουσία και η απόκρουση της μεγάλης αραβικής επίθεσης κατά της ίδιας της Κωνσταντινούπολης του 717-718 μ.Χ έδωσε μια νέα πνοή στις προσπάθειες των Βυζαντινών οι οποίοι αντεπιτέθηκαν κατά των Αράβων με μεγάλη σφοδρότητα τα επόμενα χρόνια . Κομβικής σημασίας ήταν η μάχη στο Ακροινό , το 740 μ.Χ της Φρυγίας που κατέληξε με ήττα των Αράβων , έπειτα από την οποία  αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να εγκαταλείψουν την Μικρά Ασία ώστε από εκείνο το σημείο και για μεγάλο χρονικό διάστημα οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο αντιμαχομένων δυνάμεων να είναι κυρίως επιδρομικού χαρακτήρα σε συνοριακές περιοχές , χωρίς μεγάλο στρατηγικό βάθος ή στόχους . 
Η Κύπρος έμεινε μάλλον μακριά από όλες αυτές τις συγκρούσεις καθώς μόνο κάποιες σποραδικές κινήσεις του βυζαντινού και του αραβικού ναυτικού στη θαλάσσια περιοχή γύρω από το νησί ήταν τα σημεία ενδιαφέροντος .
Μετά τα μέσα  του 8ου αιώνα η μεταφορά της πρωτεύουσας του Χαλιφάτου στη Βαγδάτη και αλλαγές στη στρατηγική των Αράβων περιόρισαν ως ένα βαθμό το ενδιαφέρον για τη θάλασσα αφού οι επιχειρήσεις στη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία χωρίς να επηρεάσουν ασφαλώς την Κύπρο[12] .
Ελάχιστα πράγματα ξέρουμε ως προς το σκέλος αυτό. Μετά το τέλος της μεγάλης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης το 718 μ.Χ τα υπολείμματα του αραβικού στόλου προσπάθησαν να επανακάμψουν στις βάσεις τους αλλά χτυπήθηκαν με σκληρότητα από τον βυζαντινό στόλο και τα στοιχεία της φύσης .  Κάποια αραβικά πλοία έφτασαν ως την Κύπρο αλλά έπειτα από αυτό δεν ξέρουμε κάτι άλλο για την τύχη τους .
Το 742 μ.Χ ο Θεοφάνης αναφέρει στη Χρονογραφία του πως επιχειρήθηκε μετοικεσία των Κυπρίων αλλά με πρωτοβουλία των Αράβων αυτή τη φορά που θέλησαν να τους μεταφέρουν στη Συρία . Αλλά και πάλι δεν είναι πολλά αυτά που γνωρίζουμε .
Το 746  μ.Χ ισχυρές μοίρες του Βυζαντινού ναυτικού έφτασαν στην Κύπρο και συγκρούστηκαν με έναν αραβικό στόλο που προερχόταν από την Αλεξάνδρεια . Ο στρατηγός των Κιβυρραιωτών που διοικούσε τον βυζαντινό στόλο με εκτενή χρήση του υγρού πυρός κατατρόπωσε τους Άραβες , από τον στόλο των οποίων ελάχιστα πολεμικά διασώθηκαν . Πηγές αναφέρουν πως από τα 1000 περίπου πολεμικά πλοία τους 3 μόνο κατάφεραν να ξεφύγουν[13] .

παντὸς δὲ οἴκου ἐκ τῆς τοιαύτης συμφορᾶς διαφθαρέντος
διὰ τὴν ἀσεβῶς γενομένην εἰς τὰς ἱερὰς εἰκόνας ὑπὸ τῶν κρατούν-
των κατένεξιν, αὐτίκα ὁ τῶν Ἀγαρηνῶν στόλος κατέλαβεν ἀπὸ
Ἀλεξανδρείας ἐν Κύπρῳ, ἔνθα ἦν καὶ ὁ Ῥωμαϊκὸς στόλος. ὁ δὲ
στρατηγὸς τῶν Κιβυραιωτῶν ἐπιπεσὼν αὐτοῖς αἴφνης ἐν τῷ λιμένι
τῶν Κεραμαία καὶ κρατήσας τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, χιλίων δρο-
μώνων ὄντων τρεῖς μόνους ἐξειλῆσαί φασιν. (Θεοφάνης – 424.1-7)


Την περίοδο αυτή αν και φαίνεται πως έχουμε σε ισχύ την συγκυριαρχία Βυζαντινών και Αράβων μάλλον κατά διαστήματα τα γεγονότα υποδεικνύουν το αντίθετο . Επί Κωνσταντίνου Ε’ η Κύπρος αποτέλεσε τόπο εξορίας ή και καταφυγίου ίσως αρκετών εικονόφιλων μοναχών , πράγμα που αποδεικνύει πως το νησί ήταν κάτω από τον έστω και μερικό έλεγχο της Κωνσταντινούπολης .
Στις αρχές του 9ου αιώνα ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α’ Ραγκαβές στέλνει ιερείς στην Κύπρου για να βοηθήσουν προσκυνητές που κατέφυγαν εκεί από τους Αγίους Τόπους.
Με νέα ένταση οι αραβικές επιδρομές κατά της Κύπρου επαναρχίζουν κατά τα χρόνια της εξουσίας του χαλίφη Χαρούν αλ Ρασίντ (786-809 μ.Χ) . Αντίσταση ισχυρή δεν συναντά καθώς η αυτοκρατορία αντιμετωπίζει εσωτερικούς περισπασμούς που την αποτρέπουν  από το να δράσει οργανωμένα .

Εικόνα 2 Ο Χαλίφης Χαρούν αλ Ρασίντ σε νεαρή ηλικία

Το 790 μ.Χ έφθασε στην Κωνσταντινούπολη η πληροφορία πως ένας ισχυρός αραβικός στόλος έπλεε κατά της Κύπρου . Η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία που ήταν αυτή που πραγματικά είχε την εξουσία , θεωρητικά στο όνομα του γιου της Κωνσταντίνου Στ’ διέταξε τις μοίρες του βυζαντινού στόλου να συγκεντρωθούν και να πλεύσουν εναντίον τους . Πραγματικά ο βυζαντινός στόλος βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αραβικό που περιέπλεε το νησί και συγκρούστηκε μαζί του.
Ο Θεοφάνης τονίζει την περίπτωση του στρατηγού των Κιβυρραιωτών , Θεοφίλου που κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Άραβες και οδηγήθηκε στον ίδιο τον Χαρούν Αλ Ρασίντ ο οποίος του προσέφερε πλούσια ανταλλάγματα προκειμένου να αλλαξοπιστήσει , όμως ο Θεόφιλος απέρριψε τις προτάσεις με αποτέλεσμα να θανατωθεί ως τιμωρία με μαρτυρικό τρόπο [14].

καὶ ὤμνυον πάντες οὕτως, μηδενὸς τολμῶντος
ἀντειπεῖν περὶ τούτου τὸ σύνολον. στόλος δὲ ἐξῆλθεν Ἀράβων ἐπὶ
Κύπρον, καὶ τοῦτο προγνοῦσα ἡ βασίλισσα ἐσώρευσε καὶ αὐτὴ πάντα
τὰ Ῥωμαϊκὰ πλωΐματα καὶ ἀπέλυσε κατ' αὐτῶν. ἐλθόντες δὲ ἕως
τὰ Μύρα ἀμφότεροι οἱ στρατηγοὶ ἔκαμψαν τὸν ἀκρωτῆρα τῶν Χελι-
δονίων καὶ εἰσῆλθον ἐπὶ τὸν κόλπον Ἀταλείας. οἱ δὲ Ἄραβες
κινήσαντες ἀπὸ τῆς Κύπρου, καὶ εὐδίας αὐτοὺς καταλαβούσης, περι-
εφέροντο ἐν τῷ πελάγει. ἀναφανέντων δὲ αὐτῶν τὴν γῆν, εἶδον
αὐτοὺς οἱ στρατηγοί, καὶ παραταξάμενοι ἡτοιμάσθησαν τοῦ πολε-
μεῖν. Θεόφιλος δέ, ὁ τῶν Κιβυραιωτῶν στρατηγός, ῥωμαλέος ἀνὴρ
καὶ ἱκανώτατος ὤν, θαρσήσας καὶ πάντων προεξελθὼν τούτοις τε
συμβαλών, ἐκρατήθη ὑπ' αὐτῶν, ὃν ἐπαγαγόντες πρὸς Ἀαρών, θεα-
θείς τε παρ' αὐτοῦ προετράπη προδότης γενέσθαι καὶ τυχεῖν προς-
καίρων δωρεῶν. τοῦ δὲ μὴ καταδεξαμένου ἐπὶ πλέον τε ἀναγκασθέντος
καὶ μὴ ὑπείξαντος, τὴν διὰ ξίφους τιμωρίαν ὑπομείνας μάρτυς ἄριστος
ἀνεδείχθη. (Θεοφάνης , 465.12-26)

Η περίοδος της αδυναμίας όμως της αυτοκρατορίας θα έπαιρνε ένα τέλος όταν την εξουσία θα καταλάμβανε ο Νικηφόρος Α’ (802-811 μ.Χ) . Νέες συγκρούσεις σημειώθηκαν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων κυρίως στη Μικρά Ασία με τρομερή ένταση . Μάλιστα οι Άραβες κάτω από την καθοδήγηση του ίδιου του Χαρούν αλ Ρασίντ εισέβαλαν στα Βυζαντινά εδάφη κονιορτοποιώντας την βυζαντινή παραμεθόρια άμυνα , καταστρέφοντας τα συνοριακά φρούρια ενώ ένα απόσπασμα του αραβικού στρατού κατάφερε να προελάσει ως την Άγκυρα . Οι προσπάθειες του Νικηφόρου Α’ να τους αναχαιτίσει απέβησαν άκαρπες και έτσι επιστράτευσε τη διπλωματία ως την έσχατη λύση . Έπειτα από δύσκολες και μακρές διαπραγματεύσεις οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μια συνθήκη ειρήνης που προέβλεπε την ετήσια καταβολή τριάντα χιλιάδων χρυσών νομισμάτων από την πλευρά των Βυζαντινών προς τον χαλίφη , ενώ 6 νομίσματα θα ήταν κεφαλικός φόρος για τον αυτοκράτορα και το γιο του , Σταυράκιο .
Παράλληλα η συνθήκη προέβλεπε πως τα φρούρια που είχε καταστρέψει ο Ρασίντ κατά την διάρκεια της τελευταίας  του εισβολής θα έπρεπε να παραμείνουν γκρεμισμένα και άδεια . Αλλά αυτόν τον όρο δεν είχε πρόθεση να τον τηρήσει ο Νικηφόρος που γνωρίζοντας τη ζωτική σημασία ύπαρξης μιας παραμεθόριας γραμμής οχυρών έσπευσε να ξαναχτίσει και να επανδρώσει τα κατεστραμμένα οχυρά αυτά .
Η παραβίαση των συμφωνηθέντων ήταν κάτι που εκνεύρισε τους Άραβες που ένιωσαν εξαπατημένοι και προφανώς δεν είχαν κανένα λόγο πλέον να σεβαστούν μια συνθήκη ειρήνης που είχε ήδη καταπατηθεί από την άλλη πλευρά .  Έτσι ετοίμασαν εκστρατείες αντιποίνων ευρείας κλίμακας . Ανάμεσα στις επιθέσεις τους ξεχωρίζει η θαλάσσια επιδρομή του 806 μ.Χ κατά της Κύπρου .

ὑποστρεψάντων
δὲ τῶν Ἀράβων, ἔκτισεν εὐθέως τὰ αὐτὰ κάστρα καὶ κατωχύρωσεν.
καὶ τοῦτο μαθὼν Ἀαρών, ἀποστείλας πάλιν ἔλαβε τὴν Θήβασαν,
καὶ πέμψας στόλον εἰς Κύπρον τάς τε ἐκκλησίας κατέστρεψε καὶ
τοὺς Κυπρίους μετέστησε καὶ πολλὴν ἅλωσιν ποιήσας τὴν εἰρήνην
διέστρεψεν. (Θεοφάνης , 482.17-23)


Η κυριαρχία του αραβικού στόλου επέτρεψε στο στρατό τους να αποβιβαστεί με ασφάλεια στο νησί και να το λεηλατήσει δίχως έλεος και δίχως να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε αντίσταση .  Πόλεις λεηλατήθηκαν , η ύπαιθρος ερήμωσε ενώ εκκλησίες και μοναστήρια καταστράφηκαν . Όμως οι επιδρομείς δεν αρκέστηκαν σε αυτό αφού πήραν πολλούς κατοίκους του νησιού ως αιχμαλώτους και τους εγκατέστησαν σε περιοχές της Συρίας . Παρά την έξαρση και την ιδιαίτερη ένταση των επιδρομών όμως που δέχθηκε η Κύπρος , δεν αποτέλεσε μια μόνιμη εστία εγκατάστασης των Αράβων καθώς μαρτυρείται το αδιάλειπτο της έστω και διακριτικής εξουσίας της Κωνσταντινούπολης σε αυτό αφού μια επιστολή μάλιστα του πατριάρχη Φωτίου το 878 μ.Χ απευθύνεται στον επάρχοντα Κύπρου , Σταυράκιο .
Κατά την περίοδο της εξουσίας του Βασιλείου Α’ , του ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας (867-886) συναντούμε την Κύπρος ως ένα ξεχωριστό θέμα πλήρως ενταγμένο στο βυζαντινό σύστημα διοίκησης , αλλά τελικά αυτό το διάστημα δεν διήρκεσε πάνω από επτά χρόνια αφού οι Άραβες σταδιακά με τις ενέργειες τους κατάφεραν να επαναφέρουν το status quo που ίσχυε από προηγούμενες συνθήκες , δηλαδή της ουδετερότητας και της «συγκυριαρχίας» .
Συμπεραίνουμε δηλαδή πως πέρα από κάποιες περιόδους εντάσεων κατά τις οποίες είτε η μία είτε η άλλη πλευρά αποκτά μια πρόσκαιρη υπεροχή , η Κύπρος διέπεται από αυτά που προέβλεπαν οι συμφωνίες που ρύθμιζαν το καθεστώς της συγκυριαρχίας .

























Κεφάλαιο Τρίτο

Ο 10ος αιώνας και η ανάκτηση της Κύπρου από τους Βυζαντινούς


Κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα έχουμε μια αναζοπύρωση του ενδιαφέροντος των Βυζαντινών για την Κύπρο . Στην εξουσία βρίσκεται ο Λέοντας Στ’ ο Σοφός ο οποίος στα «Τακτικά» του δίνει βαρύνουσα σημασία στη στρατηγική θέση της Κύπρου , καθώς θα μπορούσε το νησί να χρησιμεύσει κάλλιστα ως τόπος συγκέντρωσης του βυζαντινού στόλου και από κει να ξεκινούν επιθετικές ενέργειες κατά των κυρίων αγκυροβολίων των αραβικών στόλων , που ήταν η Αίγυπτος , η Συρία και η Κιλικία. Σύμφωνα με τον Αυτοκράτορα θα έπρεπε ο ενωμένος βυζαντινός στόλος να επιδιώκει τη σύγκρουση με μεμονωμένες μοίρες του αραβικού στόλου και να τις καταστρέφει διαδοχικά προτού αυτές ενωθούν , και όσο πιο γρήγορα γίνεται , ακόμη και μέσα στα λιμάνια τους , κάνοντας χρήση του υγρού πυρός , που ασφαλώς αποτελούσε το κύριο όπλο του ναυτικού της αυτοκρατορίας .
Και ναι μεν οι Βυζαντινοί ασκούσαν κάποιον έλεγχο στην περιοχή αλλά σίγουρα αυτός δεν ήταν απόλυτος αφού παρά τις προσπάθειες τους για άμεση ενημέρωση περί των κινήσεων των Σαρακηνών , το 904 μ.Χ τμήμα του Αραβικού στόλου του Λέοντα Τριπολίτη που είχε λεηλατήσει την Θεσσαλονίκη ναυλοχούσε στην περιοχή της Πάφου[15] .
Η άλωση της Θεσσαλονίκης ήταν απλά ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα επιδρομών των ναυάρχων Λέοντα Τριπολίτη και Δαμιανού , εμίρη της Ταρσού σε όλο το Αιγαίο και σε παραθαλάσσιες περιοχές του Ελλαδικού χώρου που εκμεταλλεύονταν την αδυναμία του Βυζαντινού στόλου να τους σταματήσει αφού το ίδιο διάστημα ήταν απασχολημένος και με την άμυνα της Σικελίας μέχρι που αυτή χάθηκε οριστικά το 902 μ.Χ με την πτώση της Ταορμίνα , που όμως στοίχησε τρομερά στο βυζαντινό ναυτικό που ενεπλάκη σε σφοδρές συγκρούσεις στην Κεντρική Μεσόγειο πέριξ της Σικελίας .
Ο αυτοκράτορας Λέοντας Στ’ ανέθεσε στο ναύαρχο Ιμέριο να κυνηγήσει τους Άραβες επιδρομείς και έτσι ο τελευταίος έχοντας μια ισχυρή δύναμη έπειτα από αρκετές περιπλανήσεις έφτασε στην Κύπρο, στην οποία αποβιβάστηκε και για αντίποινα για όλα τα δεινά που είχαν προκαλέσει οι Σαρακηνοί φέρθηκε βίαια στο αραβικό στοιχείο του νησιού .
Η πράξη αυτή θεωρήθηκε ως παραβίαση της ουδετερότητας του νησιού και έτσι ο Δαμιανός με τον αραβικό στόλο εξαπέλυσαν τα δικά τους αντίποινα κατατρέφοντας και λεηλατώντας για άλλη μια φορά πόλεις του νησιού και αιχμαλωτίζοντας πολλόυς από τους κατοίκους του , σύμφωνα με την προσφιλή τακτική των Αράβων ώστε να τους πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα είτε να τους ανταλλάξουν με δικούς τους αιχμαλώτους .
Πάντως πουθενά δεν φαίνεται ενεργή ανάμειξη των Κυπρίων στη δράση και τις πράξεις του Ιμερίου που να δικαιολογεί το μένος του Δαμιανού και τα σκληρά του αντίποινα εναντίον τους . Γιατί οι Κύπριοι συνέχιζαν να πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους και στη Βαγδάτη και ούτε είχαν δώσει κάποια στοιχεία που να συνηγορούν σε μια τέτοια αντίδραση [16].
Η ομηρία των Κυπρίων αυτή τη φορά έληξε πολύ σύντομα καθώς το 913/14 είχαν επαναπατριστεί σε μεγάλο βαθμό και αυτό οφείλεται τόσο στον επίσκοπο Κυθραίας (άγιο) Δημητριανό αλλά και στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαο Μυστικό .
Κατά τα επόμενα χρόνια οι Άραβες αντιμετώπισαν εσωτερικά προβλήματα που τους ανάγκασαν να σταματήσουν τις μεγάλης έντασης επιδρομές τους κατά της Κύπρου αλλά και της αυτοκρατορίας . Αντιθέτως το Βυζάντιο έχοντας ικανότατους στρατηγούς όπως ο Νικηφόρος Φωκάς[17] αντεπιτέθηκε με σφοδρότητα και κατάφερε καίρια πλήγματα κατά των Αράβων καθώς το 961 ανακατελήφθη η Κρήτη που είχε γίνει άντρο πειρατών από το 824-827 οπότε και την είχαν σταδιακά καταλάβει οι Ανδαλούσιοι Άραβες του Αμπού Χαφς ενώ λίγα χρόνια αργότερα , το 965 μ.Χ ο αυτοκράτορας πλέον Νικηφόρος Β’ Φωκάς έδωσε την εντολή  στο στρατηγό Νικήτα Χαλκούτζη να απελευθερώσει την Κύπρο και αυτός το έπραξε δίχως να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση απαλλάσσοντας το νησί από κάθε αραβική απειλή για πολλά χρόνια[18] .






Επίλογος



Είδαμε πως σε μεγάλο μέρος της ιστορίας της η Κύπρος αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Άραβες που έδωσαν σκληρό αγώνα ώστε να την ελέγξουν αφού δεν τους διέφυγε ο σημαντικός στρατηγικός της προσανατολισμός.
Παρόλα αυτά η σύγκρουση κατέληξε ως ένα βαθμό σε μια συμβιβαστική ισοπαλία μέσω του καθεστώτος της ιδιότυπης συγκυριαρχίας που αν και προβλήθηκε ως η λυδία λίθος που θα έλυνε τις διαφορές και έφερνε ηρεμία στους κατοίκους του νησιού , ενώ τούτοις αποτέλεσε την πηγή μεγάλων δεινών για αυτούς αφού σε κάθε αφορμή οι Άραβες θεωρούσαν πως οι συνθήκες παραβιάζοντας με αποτέλεσμα να εξαντλούν τη μανία τους σε βάρος του άμαχου πληθυσμού που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν έφταιγε για όσα συνέβαιναν .
Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 300 χρόνια ώστε να απαλλαγεί η Κύπρος από την Αραβική απειλή στα χρόνια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β’ Φωκά , αν και οι περιπέτειες της δεν έληξαν εκεί αφού στα ύστερα βυζαντινά χρόνια το νησί αποτέλεσε εστία στασιαστικών κινημάτων που τελικά έφεραν την ανεξαρτητοποίηση του από τη Βυζαντινή εξουσία και αργότερα το οδήγησαν στη Φραγκοκρατία.


[1] Βαρμάζη – Κύπρος , σ.29
[2]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.29-30 , D.Alastos , History , σ.116-118
[3] Για περισσότερες πληροφορίες για την ιστορία και τη συγκρότηση της Questura Iustiniana Exercitus βλ. το παρακάτω βιβλίο των Α. ΓΚΟΥΤΖΙΟΥΚΩΣΤΑΣ-Ξ. ΜΟΝΙΑΡΟΣ, Η περιφερειακή διοικητική αναδιοργάνωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565): η περίπτωση
της quaestura Iustiniana exercitus, Θεσσαλονίκη 2009
[4]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.35
[5]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.40 , G.HillCyprus 282
[6] G.Hill – Cyprus , s.283
[7]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.41 , D.Alastos , History , σ.125
[8]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.40 , G.HillCyprus , σ.585
[9]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.41 , D.AlastosHistory , σ.127
[10]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.42-43 , G.Hill – Cyprus , σ.287
[11]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.47
[12]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.48-49
[13]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.49
[14]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.51
[15]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.54-55
[16]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.55-57
[17] Γ.Τσερεβελάκης – Φωκάς , σ.18-19
[18]   Βαρμάζη – Κύπρος , σ.59-60

Bιβλιογραφία

Ø  Βασιλική Νεράντζη-Βαρμάζη :  Μεσαιωνική Ιστορία της Κύπρου μέσα από τις Βυζαντινές  Πηγές , Θεσσαλονίκη , 1995
Ø George Hill : A history of Cyprus , 2 vols , Cambridge , 1949
Ø Doro Alastos : Cyprus in History , London , 1976
Ø Theophanes Confessor : Chronographia , edit.C.de Boor , Leipzig , 1833
Ø Γεώργιος Τσερεβελάκης : Νικηφόρος Φωκάς , ο λευκός θάνατος των Σαρακηνών , Αθήνα , 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου